Η Ελλάδα πλησιάζει αναβάθμιση σε κατηγορία Α, αλλά τρία μακροοικονομικά εμπόδια παραμένουν
Η διπλή αξιολόγηση της 18ης Σεπτεμβρίου ενισχύει τη θέση της Ελλάδας στην επενδυτική βαθμίδα, αλλά δεν εξασφαλίζει ακόμη την είσοδο στην κατηγορία Α. Η επόμενη φάση κρίνεται από τη δυνατότητα της οικονομίας να αυξήσει την παραγωγικότητά της, να περιορίσει τις εξωτερικές ανισορροπίες και να διατηρήσει τη δημοσιονομική αντοχή της.
Κορυφαία σημεία
- Η Scope αναβάθμισε την Ελλάδα σε BBB+ στις 18 Σεπτεμβρίου, μία βαθμίδα κάτω από το Α−, λόγω ταχείας αποκλιμάκωσης χρέους προς 110% του ΑΕΠ έως το 2031.
- Παραμένουν τρία βασικά μακροοικονομικά εμπόδια: χαμηλή δυνητική ανάπτυξη 1,3%, επίμονο εξωτερικό έλλειμμα 5%-6% του ΑΕΠ, και δημόσιο χρέος υψηλό ως το 2031.
- Η επόμενη αναβάθμιση στην κατηγορία Α, σύμφωνα με τη Scope, εξαρτάται από ισχυρότερη ανάπτυξη, βελτίωση της εξωτερικής θέσης και περαιτέρω δημοσιονομική ενίσχυση.
Οι αναβαθμίσεις και τα κριτήρια για την επόμενη βαθμίδα
Όπως αναφέρει η Ναυτεμπορική, η Scope αναβαθμίζει το ελληνικό αξιόχρεο σε BBB+, μία βαθμίδα πριν από το Α−, ενώ η Moody’s διατηρεί την αξιολόγηση στο Baa3 και βελτιώνει τις προοπτικές σε θετικές. Οι δύο αποφάσεις δείχνουν ότι οι οίκοι αναγνωρίζουν πρόοδο στη διαχείριση του χρέους και στη δημοσιονομική εικόνα της χώρας, αλλά διατηρούν επιφυλάξεις για τη μονιμότητα της βελτίωσης.Μετά τις αποφάσεις της 18ης Σεπτεμβρίου, η Scope προηγείται στη βαθμολογία, ενώ η Moody’s παραμένει στην πρώτη βαθμίδα της επενδυτικής κατηγορίας. Ο DBRS έχει ήδη βελτιώσει τις προοπτικές στις 4 Σεπτεμβρίου, ενώ οι επόμενες προγραμματισμένες αξιολογήσεις είναι της S&P στις 23 Οκτωβρίου και της Fitch στις 6 Νοεμβρίου.
Η αναβάθμιση της Scope στηρίζεται κυρίως στην ταχεία μείωση του βάρους του χρέους, που προβλέπεται περίπου στο 136% του ΑΕΠ φέτος και κοντά στο 110% το 2031. Στην εικόνα αυτή συμβάλλουν τα πρωτογενή πλεονάσματα, οι πρόωρες αποπληρωμές και η ευνοϊκή σχέση μεταξύ ονομαστικής ανάπτυξης και κόστους εξυπηρέτησης.
Παράλληλα, η δομή του δημόσιου χρέους λειτουργεί υποστηρικτικά, καθώς περίπου το 70% βρίσκεται σε επίσημους πιστωτές με ευνοϊκούς όρους. Η μέση σταθμική διάρκειά του διαμορφώνεται σε 18,3 χρόνια τον Ιούνιο, τα ταμειακά διαθέσιμα ανέρχονται περίπου σε 31 δισ. ευρώ και οι ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες αναμένεται να παραμείνουν κάτω από το 10% του ΑΕΠ μεσοπρόθεσμα.
Ωστόσο, η απόσταση από την κατηγορία Α παραμένει μετρήσιμη. Η Scope υπολογίζει δυνητική ανάπτυξη μόλις 1,3%, επίμονο εξωτερικό έλλειμμα 5%-6% του ΑΕΠ και δημόσιο χρέος που, παρά την αποκλιμάκωση, εξακολουθεί να κινείται σε υψηλά επίπεδα ως το 2031.
Παραγωγικότητα, εξωτερικό έλλειμμα και κλιματικοί κίνδυνοι
Το πρώτο βασικό εμπόδιο είναι ότι η μείωση του χρέους δεν εξαλείφει την ευπάθεια της οικονομίας. Η Scope προειδοποιεί ότι η αποκλιμάκωση μπορεί να επιβραδυνθεί καθώς μετριάζεται η ονομαστική ανάπτυξη, ομαλοποιείται το κόστος δανεισμού και αυξάνονται οι δαπάνες που συνδέονται με τη γήρανση του πληθυσμού.Το δεύτερο εμπόδιο αφορά την ικανότητα των επενδύσεων να μεταφραστούν σε υψηλότερη παραγωγικότητα. Παρά την ανάκαμψη των επενδύσεων και τα 24,6 δισ. ευρώ που έχει λάβει η Ελλάδα από το Ταμείο Ανάκαμψης έως τον Ιούνιο, η εκταμίευση δεν ισοδυναμεί αυτόματα με μόνιμο παραγωγικό μετασχηματισμό. Το κρίσιμο τεστ είναι αν οι υποδομές, η ψηφιοποίηση και οι νέες εγκαταστάσεις αυξάνουν την παραγωγή ανά εργαζόμενο και ενισχύουν επιχειρήσεις μεγαλύτερης προστιθέμενης αξίας.
Το τρίτο εμπόδιο είναι το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών, που η Scope προβλέπει στο 5%-6% του ΑΕΠ μεσοπρόθεσμα. Η επίμονη ανάγκη εξωτερικής χρηματοδότησης δείχνει ότι η εγχώρια αποταμίευση δεν επαρκεί για να στηρίξει τις επενδύσεις, ενώ η ενεργειακή εξάρτηση επιβαρύνει επιπλέον την εικόνα.
Η καθαρή διεθνής επενδυτική θέση βρίσκεται στο -142% του ΑΕΠ το 2025, στοιχείο που καταγράφει αυξημένη έκθεση σε δυσμενείς μεταβολές των εξωτερικών συνθηκών χρηματοδότησης. Για νέα αναβάθμιση, η Scope συνδέει ρητά την πρόοδο με ισχυρότερη δυνητική ανάπτυξη, διατηρήσιμη βελτίωση της εξωτερικής θέσης και περαιτέρω δημοσιονομική ενίσχυση.
Ο οίκος αναμένει επίσης ευρεία συνέχεια της οικονομικής πολιτικής μετά τις εκλογές του 2027, αν και αυτή η παραδοχή μένει να επιβεβαιωθεί στην πράξη. Παράλληλα, οι περιβαλλοντικοί κίνδυνοι, όπως πυρκαγιές, καύσωνες, πλημμύρες και ξηρασία, αυξάνουν τις επενδυτικές και δημοσιονομικές ανάγκες και επηρεάζουν πλέον άμεσα την πιστοληπτική αντοχή της χώρας.
Η επόμενη αναβάθμιση από τη Scope θα αρκεί για την πρώτη είσοδο στην κατηγορία Α, αλλά οι σταθερές προοπτικές δεν προαναγγέλλουν άμεση κίνηση μέσα στους επόμενους 12 έως 18 μήνες. Η ταχύτητα με την οποία η Ελλάδα φτάνει σε αυτή τη βαθμίδα εξαρτάται πλέον όχι μόνο από τη διαχείριση του χρέους, αλλά και από το πόσο γρήγορα ενισχύει τις παραγωγικές της δυνατότητες.
Σε παλαιότερο άρθρο μας για τις διπλές αναβαθμίσεις από Moody’s και Scope, είχαμε αναλύσει πώς η βελτίωση της βαθμίδας και των προοπτικών ενίσχυσε την εικόνα της ελληνικής οικονομίας μέσα σε διεθνή αβεβαιότητα. Είχαμε επίσης συνδέσει τις κινήσεις αυτές με τη δημοσιονομική πορεία, τη στρατηγική μείωσης του δημόσιου χρέους (και τις πρόωρες αποπληρωμές), καθώς και με το ευρύτερο πλαίσιο επενδύσεων και μεταρρυθμίσεων.
Τελευταίες Scope Ratings Ειδήσεις
- Forex
- Crypto